Προϊστορικός οικισμός Μύρινας

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Στο δυτικό τμήμα της Λήμνου, στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Μύρινα, χωροθετείται ο ομώνυμος οικισμός, ο οποίος κατά τους προϊστορικούς χρόνους αποτέλεσε σημαντικό οικιστικό κέντρο και αναπτύχτηκε παράλληλα με την Πολιόχνη, στα ΝΑ της Λήμνου.

Αρχικά, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, οι πρώτοι κάτοικοι της Μύρινας φαίνεται να εγκαταστάθηκαν στη μικρή βραχώδη χερσόνησο, στον παλιό Μετεωρολογικό σταθμό, στη θέση της σημερινής «Λέσχης Αξιωματικών» με το λόφο του Ανδρωνίου να αποτελεί το βόρειο όριό του. Νοτιότερα και κατά μήκος της απάνεμης παράκτιας ζώνης, στη παραλία «Ρηχά Νερά», σημειώνεται το κέντρο του οικιστικού πλέγματος, το οποίο σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα και σε άμεση επαφή με την εύφορη ενδοχώρα, όπου χωροθετείται σήμερα και η σύγχρονη πόλη, αποτέλεσε εξαιρετικό σημείο εγκατάστασης για τους κατοίκους.

Στα δυτικά της Μύρινας, το ασφαλές φυσικό λιμάνι, προστατευμένο από τα ακρωτήρια του κάστρου, του Πέτασου και τη μικρή χερσόνησο της «Λέσχης Αξιωματικών» προσέφερε ασφαλή ελλιμενισμό στα πλοία και συνέβαλλε καθοριστικά στην έντονη αλιευτική και εμπορική δραστηριότητα που ανέπτυξε η πόλη. Η παρουσία του παρακείμενου χειμάρρου, απαραίτητο στοιχείο για την εξασφάλιση νερού στον οικισμό, συνέβαλε καθοριστικά στη γενικότερη ευημερία των κατοίκων της σημαντικής αυτής προϊστορικής πόλης στη Λήμνο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Οι πρώτες ανασκαφικές εργασίες στην προϊστορική Μύρινα πραγματοποιήθηκαν το 1986 από την τότε αρμόδια Κ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Εφόρου κ. Α. Αρχοντίδου και έφεραν στο φως ένα μικρό δείγμα από τις παλαιότερες φάσεις κατοίκησης του οικισμού. Πιο ειδικά, κατά το διάστημα αυτό, οι εργασίες επικεντρώθηκαν στα βόρεια του οικισμού, στη χερσόνησο της σημερινής «Λέσχης Αξιωματικών», η οποία παρουσίασε πρώιμα οικιστικά κατάλοιπα που χρονολογούνται από την Τελική Νεολιθική Περίοδο έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3.700-3.200 π.Χ./Μελανή και Πρώιμη Κυανή περίοδο κατοίκησης στην Πολιόχνη). Επιπλέον, ανασκαφικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν στα πρανή του λόφου του Ανδρωνίου, με δείγματα κατοίκησης που ανάγονται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού Ι/ΙΙ (3.200-2.500 π.Χ./Κυανή και Πράσινη περίοδο κατοίκησης της Πολιόχνης).

Έξι χρόνια αργότερα, τα 2002, η ίδια τότε αρμόδια Κ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ενέταξε το χώρο σε ένα διετές πρόγραμμα ανάδειξης, στο πλαίσιο του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Γ΄ΚΠΣ), με επίκεντρο αυτή τη φορά την αποκάλυψη μέρους του οικιστικού πυρήνα της προϊστορικής πόλης, το κέντρο της οποίας εκτεινόταν σε όμορα οικόπεδα που ήδη είχε φροντίσει η Εφορεία να απαλλοτριώσει σταδιακά από το 1988. Το διάστημα αυτό, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες ανασκαφικές, στερεωτικές και αναστηλωτικές εργασίες, σε μια έκταση περίπου 3.000 τ.μ. κοντά στην παραλία Ρηχά νερά, όπου σημειώνεται και το χαμηλό κεντρικό πλάτωμα της πόλης. Απώτερος στόχος των εργασιών ήταν αφενός η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας και αφετέρου η ανάδειξη του ανεσκαμμένου τμήματος του προϊστορικού οικισμού, ώστε να μπορέσει να καταστεί το συντομότερο προσβάσιμο και επισκέψιμο για το κοινό. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν αναγκαίοι κτηριακοί χώροι, όπως η κατασκευή λιθόκτιστου κτίσματος για τη στέγαση του φυλακίου και ειδικός χώρος εξυπηρέτησης κοινού με πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό, χαράχτηκαν διαδρομές επισκεπτών, τοποθετήθηκαν αναπαραστάσεις και επεξηγηματικές πινακίδες στον χώρο και εκδόθηκε ενημερωτικό υλικό.

Από το 2004 η προϊστορική Μύρινα παραμένει ανοιχτή για το κοινό ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος, με δεκάδες δράσεις πολιτισμικού χαρακτήρα να λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων.

Ο ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, για μιάμιση περίπου χιλιετία ο προϊστορικός οικισμός της Μύρινας παρουσίασε επάλληλες οικοδομικές φάσεις, οι οποίες χρονολογούνται από την Τελική Νεολιθική περίοδο έως και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (3.700 π.Χ. έως το 1.200 π.Χ.). Κατά την τρίτη και δεύτερη χιλιετία σημειώνεται η μεγάλη ακμή της προϊστορικής Μύρινας με αδιάλειπτη κατοίκηση στο χώρο, που χρονολογείται από τα μέσα της Πρώιμης έως τις αρχές της Μέσης Χαλκοκρατίας, αντιστοιχώντας στην Ερυθρή (2.500-2.200 π.Χ.) και Κίτρινη (2.200 – 2.000/1.900 π.Χ.) περίοδο κατοίκησης της προϊστορικής Πολιόχνης. Το διάστημα αυτό ο οικισμός διένυε μια περίοδο ευημερίας, καλύπτοντας έκταση περίπου 80.000 τ.μ., σύμφωνα με τους ανασκαφείς, προβάλλοντας στοιχειώδη πολεοδομική οργάνωση. Κεντρικοί και δευτερεύοντες δρόμοι, ενίοτε λιθόστρωτοι, εξασφάλιζαν την ομαλή κυκλοφορία των κατοίκων στην πόλη, με εμφανείς οικοδομικές νησίδες, εντός των οποίων ήταν χτισμένες οι οικίες. Η παρουσία άρτιου αποστραγγιστικού συστήματος μέσω λιθόκτιστων αγωγών, το οποίο αποσκοπούσε στην απορροή των υδάτων από τους κατοικημένους χώρους σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω, υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός ακόμη μεγάλου πρωτοαστικού κέντρου στη Λήμνο, αντίστοιχο με αυτό της Πολιόχνης.

Οι βασικές ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία, η κτηνοτροφία και η αλιεία, ενώ οι ίδιοι επιδόθηκαν και σε περαιτέρω δραστηριότητες, όπως η οικοτεχνική και η βιοτεχνική, η κατεργασία μαλλιού, η υφαντουργία, η λιθοτεχνία, η αγγειοπλαστική και η χαλκοτεχνία.

Γύρω στο 2.100 π.Χ. ένας μεγάλος καταστρεπτικός σεισμός σημειώθηκε στην περιοχή και αποτέλεσε την αιτία για την σχεδόν ολοκληρωτική εγκατάλειψη της Πολιόχνης. Το ίδιο φαίνεται να συνέβη και στον οικισμό της Μύρινας, ο οποίος στις αρχές της Μεσοχαλκής περιόδου παρουσίασε εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης. Στον ήδη εγκαταλελειμμένο χώρο της Μύρινας, μια υποτυπώδη δραστηριότητα που φτάνει έως και το 1.200 π.Χ. πιστοποιούν τα λιγοστά κατάλοιπα που βρέθηκαν στο χώρο.

Στη Λήμνο, η Πολιόχνη και η Μύρινα αποτελούν δύο σημαντικούς προϊστορικούς οικισμούς,  οι οποίοι έδρασαν παράλληλα στο χώρο και εγκαταλείφτηκαν σχεδόν την ίδια περίοδο, την ώρα που ένας άλλος οικισμός, το Κουκονήσι, διένυε περίοδο ακμής τόσο στο νησί όσο και στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο.

ΟΙ ΟΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Οι οικίες της Μυρίνας ήταν στην πλειοψηφία τους λιθόκτιστες, με επιμελημένες τοιχοποιίες, κατασκευασμένες από κροκαλοπαγείς και ιζηματογενείς λίθους, οι οποίοι αφθονούσαν στο βραχώδες λημνιακό τοπίο. Έφεραν χωμάτινο συνδετικό υλικό με ασβεστιτικά, χαλαζιακά και ηφαιστιτικά εγκλείσματα, μαζί με παρουσία θραυσμάτων από όστρεα και κεραμική. Λίθινα τριβεία, ως δομικό υλικό σε δεύτερη χρήση, εντοπίστηκαν περιοδικά στις τοιχοποιίες των κτηρίων, τα οποία  λόγω του επίπεδου σχήματός τους φαίνεται να διευκόλυναν την κατασκευή οριζόντιων επιφανειών.

Τα σπίτια του οικισμού δέχτηκαν επάλληλες κατασκευαστικές επεμβάσεις στο πέρασμα των χρόνων και οικοδομήθηκαν κυρίως στον τύπο του «μεγάρου», όπως αντίστοιχα παρατηρείται και σε άλλους οικισμούς της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στο ΒΑ Αιγαίο αλλά και στη Μικρά Ασία. Πρόκειται για μεγάλα, επιμήκη κτήρια, με δύο ή περισσότερους χώρους, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ανοίγματα και αυλή. Η πλειοψηφία των εισόδων είχε ανατολικό προσανατολισμό, κυρίως για λόγους προστασίας από τους ισχυρούς ανέμους που μάστιζαν την περιοχή, ενώ τα δάπεδα ήταν χωμάτινα στους εσωτερικούς χώρους και λιθόστρωτα στους εξωτερικούς.

Κατά το χρονικό διάστημα 2002-2004 στον ανεσκαμμένο τομέα της προϊστορικής Μύρινας, όπου χωροθετείται σήμερα και ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος, ήρθαν στο φώς εννέα οικιστικά συγκροτήματα στο τύπο του «μεγάρου», τα οποία αριθμήθηκαν από τους ανασκαφείς από το Α έως το Θ. Στις πρώιμες οικιστικές κατασκευές με μεταγενέστερες προσθήκες ανήκουν όλες οι οικίες, με εξαίρεση την οικία Α, η οποία χρονολογείται στην ύστερη οικοδομική φάση της προϊστορικής Μύρινας, χωρίς μεταγενέστερες κατασκευαστικές επεμβάσεις και προσθήκες.

ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Πολύτιμα ερμηνευτικά εργαλεία για την κατανόηση του τρόπου ζωής των ανθρώπων που έζησαν στον προϊστορικό οικισμό της Μύρινας αδιάλειπτα από την Πρώιμη έως την Μέση εποχή του Χαλκού αποτέλεσε ο μεγάλος αριθμός από πήλινα, λίθινα, μετάλλινα και οστέινα αντικείμενα που εντοπίστηκαν και περισυλλέχθηκαν κατά την περίοδο των ανασκαφικών εργασιών στο χώρο.

  1. Πήλινα αντικείμενα

«δέπας αμφικύπελλον»

Ένα από τα πιο γνωστά αγγεία της Μύρινας, όπως αντίστοιχα εντοπίστηκε και στον προϊστορικό οικισμό της  Πολιόχνης αλλά και στο Κουκονήσι, είναι το επονομαζόμενο «δέπας αμφικύπελλον». Η ονομασία του αγγείου ως «δέπας» προέρχεται από την πρωτοινδοευρωπαϊκή ρίζα dheup–  που σημαίνει βαθύ, κοίλο και απαντά για πρώτη φορά στις γραπτές πηγές στην Ιλιάδα του Ομήρου, τον  8ο αιώνα π.Χ. Περιγράφεται ως πολυτελές αγγείο με διπλή λειτουργία, άλλοτε ως χρηστική κούπα για την κατανάλωση κρασιού και άλλοτε ως τελετουργικό σκεύος για την πραγματοποίηση σπονδών:

 

Απόσπασμα 1:

«πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον· οὔατα δ᾽ αὐτοῦ

τέσσαρ᾽ ἔσαν, δοιαὶ δὲ πελειάδες ἀμφὶς ἕκαστον

χρύσειαι νεμέθοντο, δύω δ᾽ ὑπὸ πυθμένες ἦσαν.

ἄλλος μὲν μογέων ἀποκινήσασκε τραπέζης

πλεῖον ἐόν, Νέστωρ δ᾽ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν.»

(Ομήρου, Ιλιάδα, Λ, 632-637)

 

«στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που ‘χε απ᾿ την Πύλο φέρει,

την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα τη ζώναν

αφτιά᾿ σε κάθε αφτί δεξόζερβα χρυσά βοσκολογουσαν

δυο περιστέρια, κι από κάτω της διπλοί βρίσκονταν πάτοι.

Γεμάτη αv ήταν, άλλος δύσκολα να την κουνήσει μπόρειε,

μα ο γέρο Νέστορας ανέκοπα την έφερνε στα χείλια»

(μτφρ. Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή)

 

Απόσπασμα 2:

«ἔνθα δέ οἱ δέπας ἔσκε τετυγμένον, οὐδέ τις ἄλλος

οὔτ᾽ ἀνδρῶν πίνεσκεν ἀπ᾽ αὐτοῦ αἴθοπα οἶνον,

οὔτέ τεῳ σπένδεσκε θεῶν, ὅτε μὴ Διὶ πατρί.

τό ῥα τότ᾽ ἐκ χηλοῖο λαβὼν ἐκάθηρε θεείῳ

πρῶτον, ἔπειτα δ᾽ ἔνιψ᾽ ὕδατος καλῇσι ῥοῇσι,»

(Ομήρου, Ιλιάδα, Π, 225-229)

 

«Μαστορεμένη κούπα εφύλαγεν εκεί᾿ με τούτην άλλος

άντρας κρασί ποτέ δεν έπινε φλογόμαυρο, και μήτε

σε άλλο θεό σπονδές επρόσφερνε, μόνο στο Δία πατέρα.

Την πήρε τότε απ᾿ την κασέλα του, την πάστρεψε με θειάφι,

με λαγαρό νερό τρεχούμενο την ξέπλυνε κατόπι»

(μτφρ. Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή)

 

Toν 2ο – 3ο αιώνα μ.Χ. ο Αθήναιος, στο έργο του Δειπνοσοφιστές (XI, 387), αναφέρει το «δέπας αμφικύπελλον» ως κούπα αμφίκυρτη, ενώ πολύ αργότερα τον 19ο αιώνα, ο Γερμανός αρχαιολόγος Heinrich Schliemann (1822-1890) δανείστηκε τον όρο αυτό για να περιγράψει τα κύπελλα με στενόμακρο κυλινδρικό σώμα και δύο κάθετες καμπυλωτές ή καρδιόσχημες λαβές, τα οποία εντόπισε στην Τροία ΙΙc (ΠΕΧ ΙΙ 2.500-2.200 π.Χ.) θεωρώντας εσφαλμένα, ότι ερευνούσε τη μεταγενέστερη περίοδο της Τροίας, στην οποία αναφερόταν ο Όμηρος στα έργα του.

Το «δέπας αμφικύπελλον» αποτελεί εμβληματικό αγγείο για τον πολιτισμό του Αιγαίου και παρουσιάζει διάφορες παραλλαγές. Χρονολογείται στα τέλη της Πρωτοχαλκής περιόδου (2200-2050 π.Χ.), δηλώνοντας δίκτυα επαφών που καταλαμβάνουν την περιοχή ολόκληρου του αιγαιακού χώρου, την Βαλκανική, την Κεντρική και ΝΑ Ανατολία, καθώς και τη Βόρεια Συρία.

Στη Μύρινα, ο τύπος αυτός αγγείου εμφανίζεται για πρώτη φορά, όπως και στην Πολιόχνη κατά την Κίτρινη περίοδο (2.200 – 2.000/1.900 π.Χ.), πολύ αργότερα από την Τροία και ταξινομείται σε δύο βασικές κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν τα πιο επιμελημένα αγγεία με λεπτά τοιχώματα, λειασμένα και επιχρισμένα, ενώ στη δεύτερη τα πιο ανθεκτικά και βαριά, κατάλληλα για καθημερινή χρήση.

Ως προς το χρηστικό ρόλο του αγγείου, η αδυναμία στερέωσής του σε όρθια στάση προβάλλει προβληματισμούς, με το ερώτημα αν πρόκειται για ένα σκεύος καθημερινής χρήσης ή για ένα αγγείο τελετουργικού πιθανότατα χαρακτήρα, να παραμένει ακόμη ανοιχτό.

Χυτροειδή αγγεία

Ο τύπος της πήλινης χύτρας ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος από την 3η χιλιετία π.Χ. και εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ευρεία χρήση και κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού, μαζί με μια πληθώρα άλλων χρηστικών αγγείων που εξυπηρέτησαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων. Η χύτρα αποτέλεσε βασικό μαγειρικό σκεύος στην προϊστορική Μύρινα και παρουσιάζεται με διάφορες παραλλαγές, τριποδική ή όχι, με κάθετες ή οριζόντιες λαβές κ.ά. Σε άλλες περιπτώσεις το σκεύος λειτούργησε ως πηγή θερμότητας και φωτισμού, ως φορητή εστία ή και ως εστία πακτωμένη στο δάπεδο εσωτερικού χώρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι δύο τριποδικές χύτρες που βρέθηκαν in situ στον οικισμό με μια φυάλη στο εσωτερικό της μίας και ένα κύπελλο στο εσωτερικό της άλλης, για τη διευκόλυνση στη κατανομή του υλικού που περιείχαν.

Σφονδύλια

Ένας μεγάλος αριθμός από σφονδύλια εντοπίστηκαν στην προϊστορική Μύρινα.  Πρόκειται για εξαρτήματα εργαλείων ύφανσης και βρέθηκαν σε πολλές παραλλαγές και μεγέθη: σφαιρικά, κωνικά ή αμφικωνικά, με εγχάρακτη διακόσμηση κ.ά., πιστοποιώντας την βασική ενασχόληση μελών του οικισμού με την υφαντουργία.

Αντίστοιχα σφονδύλια απαντούν και στην Πολιόχνη και χρονολογούνται στην Κίτρινη περίοδο κατοίκησης (Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ΙΙΙ/Μέση Εποχή του Χαλκού, 2.200- 2.000/1.900 π.Χ.).

Ειδώλια

Τα πήλινα ειδώλια της Μύρινας αν και λιγοστά σε αριθμό, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, σε ό,τι αφορά την κοινωνική και αστική οργάνωση που αντικατοπτρίζουν. Από όλα, ξεχωρίζουν δυο ανθρωπόμορφα ειδώλια μικρού μεγέθους, στο ένα από τα οποία δηλώνεται το γυναικείο φύλο με μαστοειδείς αποφύσεις.

Σφραγίδες

Οι δύο πήλινες σφραγίδες που εντοπίστηκαν στο χώρο συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα ευρήματα του οικισμού. Πρόκειται για ένα κυλινδρικό αντικείμενο με δύο οπές στις στενές απολήξεις και ελικοειδή σχέδια και για μία επιπεδόκυρτη σφραγίδα, η οποία φέρει στη σφραγιστική επιφάνεια δύο σχηματοποιημένες ανθρώπινες μορφές.

  1. Λίθινα αντικείμενα

Στον προϊστορικό οικισμό της Μύρινας ο αριθμός των λίθινων αντικειμένων είναι ιδιαίτερα μεγάλος και περιλαμβάνει κυρίως μικροεργαλεία από πυριτόλιθο και υπολείμματα κατεργασίας, όπως φολίδες, πυρήνες και απολεπίσματα, αλλά και άφθονα τριβεία, όπως μυλόλιθους και τριπτήρες. Επιπλέον, η περισυλλογή εργαλείων, όπως ιγδία, κρουστήρες, λειαντήρες, αξίνες, σφυριά, σμίλες, πελέκεις και ρόπαλα, καθώς και ένα σύνολο από λίθινα πηνία, βαρίδια, άγκυρες, αποτέλεσαν τεκμήρια της ενασχόλησης των κατοίκων με οικοτεχνικού και αλιευτικού χαρακτήρα δραστηριότητες, στο πλαίσιο κάλυψης των καθημερινών αναγκών τους.

Τα άφθονα ηφαιστειογενή πετρώματα του νησιού καθόρισαν στην πλειοψηφία τους την πρώτη ύλη για την κατασκευή των λίθινων ευρημάτων, η οποία πιθανότατα πραγματοποιήθηκε εντός του οικισμού από τους κατοίκους του χώρου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανεύρεση λίθινης μήτρας για την κατασκευή χάλκινων εργαλείων.

  1. Μεταλλικά αντικείμενα

Δεδομένου ότι το νησί της Λήμνου δεν διέθετε μεταλλοφόρα κοιτάσματα, τα μεταλλικά αντικείμενα στη Μύρινα όπως και στην Πολιόχνη είτε εισάγονταν, είτε κατασκευάζονταν στο χώρο, εφόσον είχε εξασφαλιστεί η προμήθεια της πρώτης ύλης και αφορούσαν κυρίως εργαλεία, όπλα και κοσμήματα. Στον οικισμό υπερτερούν τα χάλκινα αντικείμενα, στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως μεταλλικά εργαλεία, όπως πέλεκυς, σπάτουλα, τριγωνικές λεπίδες, μαχαιρίδια, φυλλόσχημα εγχειρίδια, χάλκινες περόνες κ.ά., ενώ έχουν βρεθεί αργυροί δακτύλιοι και μια αργυρή περόνη με κωνική κεφαλή, αντίστοιχου τύπου, όπως της Τροίας, της Πολιόχνης και του Κουκονησίου. Λιγοστά είναι τα κοσμήματα που περισυλλέχθηκαν από τις ανασκαφικές εργασίες στον οικισμό, τα περισσότερα ασημένια και χάλκινα.

  1. Οστέινα αντικείμενα

Τα οστέινα εργαλεία της Μύρινας προέρχονται κυρίως από οστά οικόσιτων ζώων. Περιλαμβάνουν κυρίως οπείς, σπάτουλες, λειαντήρες, βελόνες, βαρίδια και περόνες. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται επίσης οστά ψαριών και θαλάσσια διάτρητα όστρεα, ως περίαπτα.

ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/60973/3093/22-12-1992 ΦΕΚ 25/Β/27-1-1993

Χαρακτηρισμός θέσεων Κάσπακα, Αυλώνα, Πέτασου, Θάνους, Ανδρωνίου, Πλατέως και Μύρινας Λήμνου ως αρχαιολογικοί χώροι.

Βιβλιογραφία
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (1986), «Δήμος Μύρινας, οικόπεδο Σαραγλί», ΑΔ 41, Β΄2, Χρονικά. 198.
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (1987), «Μύρινα, κτήμα Παντελίδη (οικόπεδο Διαμαντίδη-Τσαγδή)», ΑΔ 42, Β΄2, Χρονικά, 477.
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (1988), «Μύρινα, κτήμα Παντελίδη (οικόπεδο Τσαγδή)», ΑΔ 43, Β΄2, Χρονικά, 465.
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (1989), «Μύρινα, περιοχή Ρηχά Νερά, οδός Αργοναυτών (οικόπεδο Καραβία- Λαμπαδαρίδου)»,  ΑΔ 44, Β΄2, Χρονικά, 409.
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (1991),« Μύρινα, περιοχή Ρηχά Νερά (οικόπεδο Λέσχης Αξιωματικών)»,  ΑΔ 46, Β΄2, Χρονικά, 369.
  • Αρχοντίδου,  Α. (1994),«Η Μύρινα υπό το φως των ανασκαφών», Αρχαιολογία 50, 50-55.
  • Αρχοντίδου, Α. (2004),  Λήμνος Αμιχθαλόεσσα, ΤΑΠΑ, Αθήνα.
  • Αρχοντίδου – Αργύρη,  Α. (2004), Η Μύρινα της πρώιμης εποχής του Χαλκού, Υπουργείο Πολιτισμού, Κ΄ΕΠΚΑ, Λήμνος.
  • Avgerinou, P. (1993), “Settlements of the Early Bronze Age In Myrina, Lemnos”, Symposium: Religion and Culture of South Eastern Europe in Antiquity.
  • Αχειλαρά, Λ. (1997), «Οι μνημειακές εγκαταστάσεις του οικοπέδου Καζώλη» Ντούμας Χ. –La Rosa V., Η Πολιόχνη και η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο Βόρειο Αιγαίο, Διεθνές Συνέδριο, 22-25 Απριλίου 1996, 298-310.
  • Γεροντάκου, Ε., Αυγερινού Π. (1997), «Παρατηρήσεις για την οικιστική δομή της Λέσβου και της Λήμνου στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σε σχέση με την γεωμορφολογία».
  • Ντούμας Χ. –La Rosa V., Η Πολιόχνη και η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο Βόρειο Αιγαίο, Διεθνές Συνέδριο, 22-25 Απριλίου 1996, 450-466.
  • Ντόβα, Α. (2003), «»Οι φάσεις εξέλιξης του προϊστορικού οικισμού στη Μύρινα Λήμνου», Βλαχόπουλος Α. – Μπιχτάρα Κ., Αργοναύτης, Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Χρ. Ντούμα από τους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 101-124.
  • Πανάτση, Α., Πυλαρινού, Ν. (2017), «Τα μικρογραφικά αγγεία της Πρώιμης Εποχής Χαλκού της Μύρινας Λήμνου», Το Αρχαιολογικό Έργο στα Νησιά του Αιγαίου, Ρόδος 27 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 2013, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου. Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολικής, Tόμος B΄, Μυτιλήνη, 17-31.
  • Πανάτση, Α., Πυλαρινού, Ν. (2017), «Η Μύρινα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού: δέπας αμφικύπελλον», Σπείρα, Επιστημονική συνάντηση προς τιμήν της Αγγέλικας Ντούζουγλη και του Κωνσταντίνου Ζάχου, Ιωάννινα 1-3 Νοεμβρίου 2012, Αθήνα 67-78.

Τοποθεσία

Φωτογραφίες

3D Αναπαράσταση

Μετάβαση στο περιεχόμενο