Κάστρο Κότσινα

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Στα βόρεια της Λήμνου, στο βάθος του κόλπου του Πουρνιά και σε κοντινή απόσταση από την αρχαία Ηφαιστία βρίσκεται στην κορυφή χαμηλού λόφου και πλησίον της θάλασσας, το κάστρο του Κότσινα. Πρόκειται για τη δεύτερη σημαντικότερη μεσαιωνική πόλη του νησιού με εμπορικό λιμάνι, μετά το κάστρο της Μύρινας.

Σήμερα, ο Κότσινας αποτελεί μια μικρή παραθαλάσσια θέση με τα ερείπια του κάστρου να διακρίνονται περιμετρικά του χαμηλού λόφου. Στο κέντρο του κάστρου δεσπόζει η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής με την υπόγεια κρύπτη και το επιβλητικό μπρούτζινο άγαλμα της τοπικής αγωνίστριας Μαρούλας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η σταδιακή εγκατάλειψη της πόλης της Ηφαιστίας κατά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους, καθώς και η παρακμή των λιμανιών της λόγω των σταδιακών προσχώσεων στη περιοχή, οδήγησε μεγάλο μέρος των κατοίκων της να μετατοπιστούν προς την παραθαλάσσια περιοχή του Κότσινα, όπου και κατασκευάστηκε εκεί ένα μεγαλύτερο και ασφαλέστερο λιμάνι.

Ο οικισμός απαντά στις πηγές με τις ονομασίες «Κόκκινος, Κότσινος ή Κότζινος». Τα τοπωνύμια αυτά σχετίζονται με το κόκκινο χρώμα, το οποίο παραπέμπει στην ερυθρή απόχρωση του εδάφους, η οποία ομοιάζει με αυτή του ιαματικού πηλού της περίφημης «Λήμνιας Γης», που εξορυσσόταν για αιώνες από τον γειτονικό λόφο της περιοχής.

Η θέση, με την ονομασία Coccini, μνημονεύεται για πρώτη φορά στις πηγές τον 12ο αι. και περιγράφεται ως ένα ασφαλές λιμάνι. Πιο ειδικά, το 1136 ο αρχιεπίσκοπός Λήμνου Μιχαήλ δώρισε το ναό του Αγίου Βλασίου στους Ενετούς, οι οποίοι φαίνεται να ήταν ήδη εγκατεστημένοι στην περιοχή. Το 1284 ο οικισμός αναφέρεται σε έγγραφο της μονής Μεγίστης Λαύρας περί ιδιοκτησιών στη θέση. Χαρακτηριστικά σημειώνονται τα εξής:

«...κατέχει η τοιαύτη Μονή και οίκημα το ανεγερθέν εις τον Κότζηνον του εμπορίου πλησίον του αιγιαλού, λόγω σκάλας των καραβίων των μοναχών…».

Δύο αιώνες αργότερα, στα μέσα του 14ου αι., χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου σχετικά με τις ιδιοκτησίες της μονής Φιλοθέου στη Λήμνο, αναφέρει το όνομα του Τζύμαλον του Βασιλείου ως καστροφύλακα του φρουρίου, δίνοντας την πληροφορία περί καλλιέργειας αμπελιών στην περιοχή ιδιοκτησίας της Μονής Φιλοθέου.

Οι στενές σχέσεις του νησιού με τα μοναστήρια του Αγίου Όρους επιβεβαιώνονται και μέσω της πράξης δωρεάς του Θεόδουλου, μοναχού στο ναό του Αγίου Νικολάου στον Κότσινα προς τη Μονή Διονυσίου, η οποία χρονολογείται πριν το 1430. Ο εν λόγω ναός είχε παραχωρηθεί παλαιότερα στον μοναχό Θεόδουλο, σύμφωνα με επιστολή του Μιχαήλ, γιού του χαρτοφύλακα του Κότσινα. Στην επιστολή αναφέρονται χαρακτηριστικά:

«…Τῷ τοι καί αὐτός ἐγώ, Θεόδουλος ἱερομόναχος, ἤδη πρό χρόνων τινῶν λαβών διά γράμματος παρά Μιχαήλ, υἱοῦ τοῦ ποτέ χαρτοφύλακος ἐκείνου, ἐν τῷ θεοφυλάκτῳ κάστρῳ Κοτζίνου ναόν σεσαθρωμένον  τῷ χρόνῳ καί πίπτειν μέλλοντα τοῦ ὲν ἁγίοις πατρός ἡμών ἱεράρχου καί θαυματουργοῦ Νικολάου…»

Το 1403, η Λήμνος παραχωρήθηκαν στον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγο, ανιψιό του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1408, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ζ΄, ο Κότσινας παρέμεινε στην σύζυγο του, Ευγενία, κόρη του Γενοβέζου Φραγκίσκου Γατελούζου, έως το θάνατό της. Το 1440 ο Κότσινας κατελήφθη ολοκληρωτικά από τους Γατελούζους. Δύο χρόνια αργότερα το κάστρο πολιορκήθηκε από τον τουρκικό στόλο, ο οποίος απωθήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου ΙΒ΄ Παλαιολόγου, αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄.

Το 1459, η Λήμνος καταλήφθηκε από τους Τούρκους και οι Ενετοί εκδιώχθηκαν από τους κατοίκους του νησιού τόσο από το κάστρο του Κότσινα όσο και από το κάστρο του Παλαιόκαστρου, στη Μύρινα. Ιδιαίτερα μάλιστα ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές του Ίμβριου ιστορικού Κριτόβουλου, σχετικά με το γεγονός αυτό, ο οποίος μεταξύ άλλων σημειώνει, ότι η αποπομπή των Ενετών από τη Λήμνο ξεκίνησε από τον Κότσινα, με πορεία έφιππων και πεζών κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι εφόσον στρατοπέδευσαν έξω από το κάστρο της Μύρινας ανάγκασαν τον φρούραρχο Μικέλη, ύστερα από διαπραγματεύσεις,  να παραδώσει το φρούριο και την πόλη. Μέτα την αποχώρηση των Ενετών από το νησί, η Λήμνος παραδόθηκε από τους Τούρκους, ως τιμάριο, στον Δημήτριο Παλαιολόγο, δεσπότη του Μορέα, ενώ το 1464, με την έναρξη του Ενετοτουρκικού πολέμου, η Λήμνος καταλήφθηκε και πάλι από τους Ενετούς.

Στα χρόνια του Μωάμεθ Β΄ (1451-1481)  πραγματοποιήθηκαν τέσσερις απόπειρες με σκοπό την κατάληψη του κάστρου. Η πρώτη σημειώθηκε το 1468 και αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τους Ενετούς. Ένα χρόνο αργότερα, το 1469, ακολούθησε η δεύτερη, ενώ το 1470 πραγματοποιήθηκε μια τρίτη απόπειρα από τον ναύαρχο Μαχμούτ πασά, στο πλαίσιο της εκστρατείας στη Χαλκιδική, ο οποίος κατέλαβε το κάστρο για μικρό διάστημα. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1478 πραγματοποιήθηκε η τέταρτη επίθεση από τον στρατηγό Σουλεϊμάν πασά, ανεπιτυχής στην έκβασή της, χάρη στην ηρωική δράση της αγωνίστριας Μαρούλας, το άγαλμα της οποίας δεσπόζει σήμερα στην κορυφή των ερειπίων του κάστρου, εις ανάμνηση του αγώνα της. Το 1479 μεταξύ Ενετών και Τούρκων υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης και η Λήμνος παραχωρήθηκε ολοκληρωτικά στους Οθωμανούς.

Έναν αιώνα μετά την τουρκική κατάληψη του νησιού, το κάστρο διένυε μια περίοδο ακμής, όπως επιβεβαίωσαν και τα περιηγητικά κείμενα του Belon και λίγο αργότερα του Thevet (1554). Στις αρχές του 16ου αι. ο ναύαρχος του Σουλεϊμάν Α΄ και πρώτος γεωγράφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Peri Peis, στο γεωγραφικό και χαρτογραφικό του έργο με τίτλο «Eschkal dschesaire bahri Sefid» («Περιγραφή των νήσων της Άσπρης Θάλασσας») (1520-23) συμπεριέλαβε στο χάρτη της Λήμνου και το λιμάνι του Κότσινα, με την τουρκική ονομασία «Küganaz».

Το 1656 οι Ενετοί κατέλαβαν και πάλι τη Λήμνο προκαλώντας σοβαρές καταστροφές στο νησί. Τα γεγονότα αυτά φαίνεται να επηρέασαν και το κάστρο του Κότσινα, καθώς σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Dapper το 1688, βρήκε την περιοχή εγκαταλελειμμένη και σε ερειπιώδη κατάσταση. Οι αναφορές περί ερειπίων στη περιοχή του Κότσινα συνεχίστηκαν και τους επόμενου αιώνες από τους περιηγητές. Ο Γάλλος λόγιος φιλέλληνας, Choiseul-Gouffier (1752-1817), στον  χάρτη του για τη Λήμνο σημείωσε μόνο το λιμάνι του Κότσινα. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Alexander Conze το 1858 συνάντησε λιγοστούς κατοίκους στην περιοχή και αραιά κτίσματα, ενώ αργότερα ο Luis De Launay μίλησε για «.. συντρίμμια παλιών κατασκευών και πάνω ένα ιερό…αφιερωμένο στην Παναγία…».

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Στην κορυφή χαμηλού λοφίσκου ύψους 20 μ. περίπου και σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα χωροθετείται το κάστρο του Κότσινα. Καταλαμβάνει έκταση περίπου 4 στρεμμάτων και αν και έως σήμερα, πέρα από ορισμένες περιορισμένης έκτασης ανασκαφικές εργασίες, δεν έχει γίνει καμία συστηματική έρευνα στο χώρο, από την υπάρχουσα κατάσταση και τις διαθέσιμες ιστορικές πηγές προκύπτει ότι τα κάστρο ήταν χτισμένο πάνω σε τεχνητό λόφο και περιβαλλόταν από τείχη, με παρουσία οχυρωματικής τάφρου, στις τρεις πλευρές του. Τμήμα της οχύρωσης διακρίνεται σήμερα στα βόρεια προς την πλευρά της θάλασσας. Σώζεται σε μήκος περίπου 200μ. και σε αρκετά σημεία φτάνει σε ύψος έως και τα 5 μ. Κατά τόπους διακρίνονται τετράπλευροι αμυντικοί πύργοι, οι οποίοι εναλλάσσονται ακανόνιστα, κτισμένοι κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα. Εσωτερικά του φρουρίου, ίχνη οικιστικών χώρων σημειώνονται κυρίως στα ΒΔ, ενώ μέρος ενός ακανόνιστου κτηρίου με είσοδο προς τα νότια, ήρθε στο φως κατά τη δεκαετία του ΄90, από τον αρχαιολόγο Χ. Πέννα, στο πλαίσιο σύντομης ανασκαφικής έρευνας που πραγματοποίησε στο χώρο.

Η ανεύρεση μαρμάρινου ενεπίγραφου αρχιτεκτονικού μέλους, το οποίο φέρει το μονογράφημα των Παλαιολόγων, ενώ εκατέρωθεν σώζει επιγραφή με το όνομα Δημήτρ(ι)ος, αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα του κάστρου και παράλληλα ένα ισχυρό ιστορικό τεκμήριο για τη θέση. Το ενεπίγραφο τμήμα, το οποίο φυλάσσεται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο Λήμνου, ήταν άλλοτε εντειχισμένο σε κομβικό σημείο του φρουρίου και αναφέρεται στον πέμπτο γιό του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, δεσπότη του Μορέα, Δημήτριο Παλαιολόγο (1449-1460), στον οποίο παραχωρήθηκε η Λήμνος κατά το έτος 1460.

Σε ό,τι αφορά τα ευρήματα του κάστρου, έντονη είναι η παρουσία από διάσπαρτα θραύσματα πήλινων βυζαντινών εφυαλωμένων αγγείων, τα οποία χρονολογούνται κυρίως στον 15ο και 16ο αι., περίοδος ακμής για το κάστρο. Επιπλέον, ο εντοπισμός πήλινων τριποδίσκων, υποδηλώνουν την ύπαρξη εργαστήριου κεραμικής στο χώρο, το οποίο ανάγεται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Η παρουσία κεραμοποιιών στη θέση αυτή είναι άλλωστε γνωστή από τις γραπτές πηγές και αποτέλεσε τοπική παράδοση, η οποία φτάνει έως και τους νεότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται μέσα από τη δράση περίφημων λαϊκών αγγειοπλαστών στην περιοχή.

Πρόσθετο ενδιαφέρον στην μακραίωνη ιστορία του Κότζινα έχει ο εντοπισμός ευρημάτων προϊστορικών χρόνων, γεγονός που αφήνει ανοιχτή την υπόθεση για προγενέστερη κατοίκηση του χώρου, πολλές χιλιάδες χρόνια πριν την οργάνωση της περίφημης αυτής μεσαιωνικής πόλης.

Ι.Ν. ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ

Στο εσωτερικό του κάστρου βρίσκεται ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Χρονολογείται το  1954 και πρόκειται για μικρό μονόχωρο ναΰδριο με εξωνάρθηκα. Στο χώρο του εξωνάρθηκα, ο οποίος προηγείται κατασκευαστικά του ναού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει διαμορφωμένο άνοιγμα, το οποίο οδηγεί σε υπόγεια στοά, γνωστή με την ονομασία ως «αγίασμα». Ένα στενό κλιμακοστάσιο με εξήντα τέσσερα σκαλοπάτια, επιχρισμένο σήμερα από σύγχρονο τσιμεντοκονίαμα, ξεκινά από την είσοδο του θαλάμου και οδηγεί χαμηλά σε ένα μικρό τετράγωνο χώρο, διαστάσεων 2,30×2,30 μ. Εδράζει στο επίπεδο της θάλασσας και απολήγει σε κωδωνόσχημη οροφή. Στη ΝΔ γωνία του χώρου βρίσκεται άνοιγμα πηγαδιού από όπου αναβλύζει πηγή με γλυκό νερό.

Αν και ο ναός που δεσπόζει σήμερα στο εσωτερικά του κάστρου είναι σύγχρονος, υπήρχε παλαιότερο εκκλησιαστικό συγκρότημα στη θέση, σύμφωνα με γραπτές πηγές των αρχών του 15ου αι. Πιο ειδικά, το 1420, μοναστηριακά έγγραφα του Αγίου Όρους, σημειώνουν την ύπαρξη σημαντικής υστεροβυζαντινής μονής στον Κότσινα, αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή, με βασική κτηριακή υποδομή, κελιά, στοά και τοξωτή κρήνη, στην οποία κατέληγε αγωγός πόσιμου νερού, απαραίτητος τόσο για την οργάνωση της  μόνης όσο και του κάστρου γενικότερα. Σημειώνονται τα εξής:

«… πάνσεπτον καὶ θεῖον ναὸν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς … περὶ αὐτὸν κελλία μετ᾿ αὐλςδιοπεριορίστου…ν οἷς καὶ στοὰ διειδῆ νάματα ῥέουσα».

Ο ναός και κυρίως ο υπόγειος χώρος δεν άφησε αδιάφορους και τους περιηγητές, οι οποίοι από τον 15ο αι. και μετά, κατά την παραμονή τους στη Λήμνο,  συμπεριέλαβαν το χώρο τόσο στις περιγραφές τους όσο και στους σχετικούς χάρτες του νησιού. Το 1554 ο ναός ως «Agiasma» σημειώνεται σε ξυλογραφία του Thevet, ενώ έναν αιώνα σχεδόν αργότερα, το 1677 ο Covel αναφέρει το ναό ως «Παναγία Κοτζινάτζ». Το 1688, ο Piacenza και ο Olfred Dapper σημειώνουν τη θέση «Hagiasma» στους χάρτες τους και το 1801 ο Hunt στα κείμενά του γράφει, ότι επισκέφθηκε την υπόγεια στοά, ενώ δίνει πληροφορίες για την ερειπιώδη κατάσταση του ναού. Το 1858, περιγραφές για το αγίασμα και την εκκλησία δίνει και ο Conze, ενώ το 1894 ο περιηγητής Luis De Launay σημειώνει το ναό ως “Panagia” στον χάρτη του και περιγράφει τον υπόγειο θάλαμο, ως απαραίτητο χώρο για την τροφοδοσία νερού του κάστρου. Το 1904, ο Carl Fredrich κατά το οδοιπορικό του στη Λήμνο δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον υπόγειο χώρο και το ναό της Παναγίας, ο οποίος βρισκόταν στο κέντρο του άλλοτε οχυρωμένου λόφου.

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΜΑΡΟΥΛΑΣ

Το 1478 ο Σουλεϊμάν πασάς πολιόρκησε το κάστρο του Κότσινα και σύμφωνα με θρύλους της εποχής, η πολιορκία έληξε χάρη στην ηρωική παρέμβαση της αγωνίστριας Μαρούλας, η οποία, πολεμώντας με το σπαθί της και εμψυχώνοντας τους αμυνόμενους μαχητές υπερασπίστηκε με σθένος τον τόπο της.

Η ηρωική δράση της Μαρούλας στη Λήμνο ενέπνευσε Ιταλούς συγγραφείς, όπως τους Sabelico, Coelius, Calcagnini, Fulgosius, Vianoli, αλλά και Έλληνες λογοτέχνες, όπως τους Κωστής Παλαμάς[1]Αριστομένης ΠροβελέγγιοςΜαρία Λαμπαδαρίδου-ΠόθουΑντώνης Σουπιός κ.ά., οι οποίοι ύμνησαν το επεισόδιο στα έργα τους.

Εις ανάμνηση του γεγονότος, το 1969 στο λόφο του Κότσινα, μπροστά από το ναό της Ζωοδόχου Πηγής, στήθηκε από το Διδασκαλικό Σύλλογο Λήμνου, ένα επιβλητικό μπρούτζινο άγαλμα της Μαρούλας, έργο του Ιπποκράτη Σαβούρα.

[1] «Η κόρη της Λήμνου (1475)».

Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Το σημαντικό βυζαντινό οχυρό του Κότσινα είναι κηρυγμένο και ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με την ΥΑ 34661/13061/1-4-1940, (ΦΕΚ 91/Β/9-4-1940) με ακτίνα 500μ., υπολογισμένη από το ψηλότερο σημείο του λόγου του φρουρίου.

Επίσης, προστατεύεται σύμφωνα και με την ΥΑ ΥΠΠΕ/Β1/Φ28/52144/1121/25-10-1985 (ΦΕΚ 746/Β/12-12-1985) περί καθορισμένης ζώνης προστασίας φρουρίων Μύρινας και Κότσινα επαρχίας Λήμνου, Ν. Λέσβου.

Βιβλιογραφία
  • Γουματιανός, Α. (2014). «Στοιχεία για την κτηριακή διάταξη των αγιορειτικών μετοχιακών συγκροτημάτων στην υστεροβυζαντινή Λήμνο», ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ, Επιστημονικό Όργανο Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, τομ. 33, 2013 – 2014,Θεσσαλονίκη, 345-371
  • Μοσχίδης, Α. (1907). Η Λήμνος, Αλεξάνδρεια
  • Μπέλιτσος, Θ. (1994). Η Λήμνος και τα χωριά της  (ιστορικές πληροφορίες), Αθήνα
  • Κωνσταντέλλης, Γ. (2010).  Λήμνος, Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά, Αθήνα
  • Καψιδέλης, Α., Κομνηνός, Σ., (1982). Η Λήμνος από τα πανάρχαια χρόνια ως σήμερα, ιστορία, γεωγραφία, λαογραφία, μυθολογία, αρχαιολογία περιήγηση, Αθήνα
  • Πέννας, Χ. (1994). «Το Μεσαιωνικό Φρούριο Κότζινος στη Λήμνο», περ. Αρχαιολογία, τ.50, 68-74
  • Τουλπτζόγλου – Στεφανίδου, Β. (1986). Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνου (15ος – 20ος αιώνας), Θεσσαλονίκη
  • Topping, P. (1986). “Latins on Lemnos before and after 1453”, Continuity and change in Late Byzantine and Early Ottoman society, ed. Bryer A., Lowry H., Birmingham – Washington
  • Χαριτωνίδης Σ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Νήσων Αιγαίου», ΑΔ, 18 (1963), Β2, Χρονικά, 265.

Τοποθεσία

Φωτογραφίες

3D Αναπαράσταση

Μετάβαση στο περιεχόμενο